Μια ζωή σε μια στιγμή (2007)

Μια ζωή σε μια στιγμή (2007)

Ό,τι καίγεται

Έχει αρχίσει μια παράξενη βροχή
Χώμα και στάχτη, κόκκινα τα σύννεφα
Θυμάμαι που πηγαίναμε μαζί στην εξοχή
Νομίζω τώρα θα φυτέψουν εκεί σύρματα.

Εκεί σε γνώρισα και ήταν Κυριακή
Ήταν και άνοιξη στα πράσινα ντυμένη
Τώρα θα είναι μονάχα γκρίζα φυλακή
Δίχως όρια, δίχως τοίχους, γκρεμισμένη.

Γιατί ό,τι καίγεται γίνεται στάχτη,
Ό,τι καίγεται γίνεται σιωπή
Αυτό που καίγεται γίνεται στάχτη
Ό,τι καίγεται γίνεται σιωπή.

Θα ‘χει ζέστη που δεν θα ΄ναι υποφερτή
Δεν θα χει δρόμο να τρέξω να φύγω
Ο ουρανός δε θα μιλάει με βροχή
Δεν θα ‘χω δάκρυα τις σκέψεις μου να πνίγω.

Γιατί ό,τι καίγεται γίνεται στάχτη,
Ό,τι καίγεται γίνεται σιωπή
Αυτό που καίγεται γίνεται στάχτη
Ό,τι καίγεται γίνεται σιωπή.


Εκκρεμές

Κοιτώ τον τοίχο μου πάλι, μια ακόμα φορά
Αν είναι είχα ένα άδειο κεφάλι, θα ήμουν καλά
Τα κάδρα μοιάζουν στιγμούλες που πάντα τις θες
Και λίγο πιο πάνω δεσπόζει, το γκρι Εκκρεμές.

Σε λίγο αρχίζει το έργο, μια ακόμα φορά
Εγώ όμως μονάχα το ξέρω από εσάς πιο καλά
Τι ωραία παράσταση θα λέτε για χθες
Μα εγώ είχα έμπνευση το πικρό Εκκρεμές.

Μια στιγμή μέσα σε μια στιγμή, η ζωή μου
Μια ζωή μέσα σε μια στιγμή, δική μου.

Κοιτώ τον τοίχο μου πάλι, μια ακόμα φορά
Ανοίγω την πόστα και βλέπω μπροστά μου σκαλιά
Τα κάτω οδηγούν στην αυλαία, τα πάνω στο χθες
Σ’ αυτό το λεπτό που μου σήμανε το αυστηρό Εκκρεμές.

Κοιτώ τώρα κάτω εσάς, την άδεια σκηνή
Κοιτώ και φορώ τη θηλιά, να μην είναι αδειανή
Θα ‘χω τα μάτια ανοιχτά, ώσπου να ‘ρθει το χθες
Σ’ αυτή την αυλαία μπροστά, είμαι εγώ Εκκρεμές.

Σε ποια αγκαλιά θα πεθάνω εγώ πριν αρχίσει το έργο
Σε ποια φωλιά τα παιδιά που γεννιούνται δεν βλέπουν τον ήλιο
Δε βλέπουν φεγγάρι, ουρανό, βουνά και βροχές.

Μια στιγμή μέσα σε μια στιγμή, η ζωή μου
Μια ζωή μέσα σε μια στιγμή, δική μου.


Προσμένοντας την άνοιξη

Ψυχές στα σύννεφα προσμένοντας την άνοιξη
Με μια υποψία της χαϊδεύονται με σκέψεις
Κοιτάζοντας πάντα ψηλά μες στην κατάνυξη
Ένα βιβλίο παιδικό μ’ ακραίες λέξεις.

Λέξεις πικρές, λέξεις γλυκές και άδεια πρόσωπα
Με προσευχές όλο ξορκίζουν εφιάλτες
Μιλούν με λέξεις που όλο κόβονται απότομα
Μιλούν με λέξεις για να μην κρύψουν αυταπάτες.

Μα είναι ο πόνος αυτό που μας ενώνει
Μονάχα ο πόνος μένει δίχως     να παλιώνει          

Ήχοι κυλούν μέσα στις φλέβες τους σαν αίμα
Και είναι εκεί ακόμα και όταν δεν ακούνε
Μόνο αν τις έβλεπες θα πρόδιδε το βλέμμα
Πως ό,τι σκέφτονται ποτέ τους δεν θα πούνε.


Μέσα στη νύχτα μου

Στέκομαι και κοιτάζω τον κόσμο
Θέλω να τον σώσω μα δεν ξέρω το πώς.
Μόνος μου τον κοιτώ μες στα μάτια
Του μιλάω με χάδια μα δεν βλέπω φως.

Άκουσα πως το μαύρο έγινε άσπρο
Πως όταν πέφτει ένα άστρο είναι κατάρα ψυχρή.
Φώναξα να με ακούσουνε όλοι,
Μα ήταν άδεια η πόλη, και είχες φύγει και εσύ.

Μέσα στη νύχτα μου, εδώ και χρόνια.
Μέσα στη νύχτα μου σε άσπρα σεντόνια.

Σκέφτηκα παιδιά ερωτευμένα
Να περιμένουν σκυμμένα σε μια οθόνη με φως.
Μάγισσες που φορούν παντελόνια
Χαρταετούς σε μπαλκόνια και μια σημαία εμπρός.

Περίμενα να δω στις ειδήσεις,
Αν το βασίλειο της φύσης είχε κατακτηθεί
Περίμενα, μα είδα μόνο εσένα,
Να λες σε όλους για μένα, πως έχω πια τρελαθεί.

Μακάρι να ήμουν ξύπνιος αιώνια
Να περπατάω μες στον κόσμο
Και να μην είμαι μόνος, ποτέ, μόνος ξανά.

Μέσα στη νύχτα μου, εδώ και χρόνια.
Μέσα στη νύχτα μου σε άσπρα σεντόνια.


Μεθυσμένη Αφροδίτη

Κάθεται σκυφτή, τρομαγμένη, κάτι όνειρα ψέλνει
Μα λέει πως δε ξέρει ποιο από αυτά θα την βρει.
Ονειρεύεται με σβησμένα τα φώτα,
Και θυμάται πως πρώτα μες στης νιότης τα κόλπα είχε ότι ποθεί.

Το άδειο ποτήρι γεμίζει, και τα όνειρα βρίζει
Ξέρει μόνο πως ένα απ’ όλα αυτά θα την βρει.
Τρέχοντας απ’ το σπίτι της φεύγει, προς στις ράγες οδεύει,
Στέκεται ανάμεσά τους, και απλά μένει εκεί.

Μα όταν  φύγει το Φεγγάρι δε φοβάται
Η μεθυσμένη Αφροδίτη μου κοιμάται
Πάνω σε όνειρα γλυκά που έχουν μπλε χρώμα
Με ένα χαμόγελο γλυκό , με ένα χαμόγελο γλυκό πάνω στο στόμα.


Ψέματα

Έχω ένα ρολόι που οι δείκτες δεν γυρνάνε
Μα αν το κοιτάξεις σου γυρνάει το μυαλό
Με είδε που γέρασα και ξέρω υποφέρει
Που δεν μπορεί να φέρει πίσω τον καιρό.

Ξέρουν οι δείκτες πως απλά τελειώνει ο χρόνος
Για όσους άρρωστους δεν ξέρουν να γελούν
Είναι όλα ψέματα, μου λέει, είναι όλα ψέματα
Για όσους δεν μπορούν να θυμηθούν.

Ψέματα, είναι όλα ψέματα,
Ψέματα, όλα ψέματα.

Μα το ρολόι μου ποτέ του δεν θυμάται
Βλέπει απλώς τον κόσμο να γυρνά
Βλέπει εμάς και κλαίει μόνο και λυπάται
Που δεν έμαθε ποτέ του να γερνά.

Ψέματα, είναι όλα ψέματα,
Ψέματα, όλα ψέματα.


Δάκρυα στο χώμα

Μυρίζει άσφαλτο και χώμα ο δρόμος
Και ζέστη καλοκαιρινή
Μυρίζει πεύκο και θυμάρι
Λουλούδια ξεραμένα η γη.

Ο δρόμος άδειος, μοναχός, σαν πόνος
Θυμίσει εσένα μια ζωή
Και κάθε βήμα μου βαρύ σαν χάδι
Που δεν μου έδωσες εσύ.

Πόσες φορές θα σου πω, συγνώμη δε ζω, απλά υποφέρω
Πόσες φορές θα στο πω, μη μ’ αφήνεις εδώ
Πέφτουν έρμα και μόνα, τα δάκρυα στο χώμα.

Κοιτώ τα βλέμματα του γύρω κόσμου
Μα δε σε βλέπω πουθενά
Κοιτάζω γύρω να ξεχάσω
Μα όλα βουίζουν δυνατά.

Πόσες φορές θα σου πω, συγνώμη δε ζω, απλά υποφέρω
Πόσες φορές θα στο πω, μη μ’ αφήνεις εδώ
Πέφτουν έρμα και μόνα, τα δάκρυα στο χώμα.


Ένας τρελός

Δε φταίω εγώ που ήμουν μόνος στο θρανίο
Όλοι οι άλλοι ήταν δύο, ή παίζαν κρυφτό.
Δε φταίω εγώ που κανείς δε μου μιλούσε
Ούτε καν με κοιτούσε, κι έτσι έφτασα εδώ.

Και τα χρόνια περνούν και κανείς πια δεν παίζει
Δεν υπάρχει πια ελπίδα να μπορώ να κρυφτώ
Τελευταία κρυψώνα, του σπιτιού μου το υπόγειο
Του χτίζω την πόρτα να μην μπορώ να με βρω.

Και περπατάω στη σιωπή, σε μια πόλη αδειανή,
Που με έχει ξεκάνει.
Βασιλιάς της ντροπής, στον τίτλο ευγενής,
Που λάθη δεν κάνει.

Ένας τρελός, ένας τρελός, ένας τρελός
Ένας τρελός, ένας τρελός, ένας τρελός


Άσπρα Όνειρα

Δες πως αλλάζει των ματιών μου η απόχρωση
Ψάχνω τα βράδια άσπρα σκοτάδια
Κοίτα πως είναι ο κόσμος μου σε απόγνωση
Όρια στο τέρμα,        αίμα και δέρμα

Σαν εκπαιδεύω την καρδιά μου σε αιώρηση
Αλλάζει η ματιά μου, τα θολά όνειρά μου
Κοίτα με μην μ’ αγνοείς, θα είμαι εδώ για πάντα
Στη Ναβαρίνου και στα Εξάρχεια

Στα άσπρα μου όνειρα, παραμύθι εγώ και εσύ
Στα άσπρα μου όνειρα μαζί.
Τα άσπρα σου όνειρα βαμμένα κόκκινο κρασί
Στα άσπρα σου όνειρα μαζί.

Δεν πως αλλάζει της μορφής της η υπόσταση
Τρέμει τη νύχτα, ψάχνει βοήθεια.
Κοίτα με μην μ’ αγνοείς, θα είμαι εδώ για πάντα
Στη Ναβαρίνου και στα Εξάρχεια

Σαπίζουν οι λέξεις, πέφτουν τα όρια
Του κορμιού υποσχέσεις,
Ξύπνα καρδιά μου, μ΄ ακούς;
Ο πόνος σβήνει στης φλέβας τη ζέστη
Στο άπειρο ζω, το μυαλό μου όμως βλέπει.


Οι ποιήτριες της γης

Κάποιος να μου πει, γιατί εκεί ψηλά , τα σύννεφα σκεπάζουν το γαλάζιο    
Γιατί εκεί πάνω τα άστρα είναι σβηστά, γιατί όταν βρέχει δεν μπορώ να σε κοιτάζω
                   
Κάποιος να μου πει γιατί βλέπω σκιές ,γιατί τα μάτια μου δακρύζουν μα δεν κλαίνε
Αν οι ποιήτριες της γης είναι νεκρές  και αν οι λέξεις που ζωγράφισαν τις καίνε.

Δεν είναι ανάγκη να μου πεις πως μ’ αγαπάς
Δεν είναι ανάγκη να μου δείξεις πως σε χάνω
Ήθελα μόνο να σε κάνω να γελάς
Μα εσύ δεν άντεξες να δώσεις παραπάνω
Μπορεί οι ποιήτριες της γης να ‘ναι νεκρές
Μπορεί και να ‘φυγαν σε κάποια άγρια δύση
Μπορεί να ανήκουν σε φαντάσματα του χθες
Και ίσως κανείς να μην τις έχει συναντήσει

Κάποιος να μου πει γιατί η στιγμή περνά
Πριν σ’ αγαπήσω θα έχω ήδη πια γεράσει
Θα ’χω ρυτίδες και κάτασπρα μαλλιά
Και κάτι στίχους που θα ’χουν ξεθωριάσει
Δεν είναι ανάγκη την πλάτη να γυρνάς
Μην παριστάνεις πως δεν με έχεις αγαπήσει
Δεν θα ’ναι αλήθεια έτσι απλά να περπατάς
Πάνω στα κάστρα που με κόπο είχα χτίσει.
Μπορεί οι ποιήτριες της γης να ναι νεκρές
Μπορεί να έφυγαν σε κάποια άγρια δύση
Μπορεί να ανήκουν σε φαντάσματα του χθες
Και ίσως κανείς να μην τις έχει συναντήσει.
Και ίσως κανείς να μην τις έχει συναντήσει