Η Νεράιδα της Απελπισίας (2006)


Η Νεράιδα της Απελπισίας (2006)

Αυλαία

Μπορεί να γεννήθηκα τυφλός
Μπορεί η καρδιά μου ποτέ να μην χτυπάει
Μπορεί για μένα να βρέχει ο ουρανός
Όταν αισθάνομαι πως κάποιος με κοιτάει.

Τρέμω όταν μένω στη σιωπή
Και νομίζω πως θ’ ακούσω την αλήθεια
Αυτή που κάποτε εσύ μου είχες πει
Αλλά εγώ διάβαζα μόνο στα παραμύθια.

Στέκομαι μπροστά σου να σου πω
Μια συγνώμη που δεν άκουσα ως τώρα
Όλα όσα μου ’πες πως θα ’πρεπε να δω
Όλα όσα έκαψε ή γκρέμισε η μπόρα.

Μοιάζει η αλήθεια μια στιγμή
Που θέλω σαν ψέμα να τελειώσει
Της νύχτας το γλυκό πικρό φιλί
Πεθαίνει ο έρωτας χωρίς να το ’χει δώσει.

Πέφτει η αυλαία τελικά
Τα φώτα σβήνουν στο ξύλινο κρεβάτι
Όλα όσα έφτιαξα δεν βρίσκω πουθενά
Όλα όσα γέννησα έχουν γίνει στάχτη.

Πέφτει η αυλαία τελικά
Τα φώτα σβήνουν στο ξύλινο κρεβάτι
Όλα όσα έφτιαξα δεν βρίσκω πουθενά
Όλα όσα γέννησα έχουν γίνει στάχτη.


Σάπια τριαντάφυλλα

Μάζεψα, τα πράγματα που είχα αφήσει πίσω
Να σου θυμίζουν πως σ’ αγαπώ.
Σε κοίταξα, κοιμόσουνα στο πλάι μου γλυκά
Και λέω ξανά, σε αγαπώ.
Σηκώθηκα, σιγά – σιγά χωρίς να σε ξυπνήσω,
Μην κοιτάξω πίσω, με παρακαλώ.

Και εγώ εδώ, βιάζω τα όνειρά μου
Σαν σάπια τριαντάφυλλα μυρίζουν
Σαν ρόδα που ποτέ τους δεν ανθίζουν
Που δε θα βρουν την άνοιξη ποτέ.

Στο δρόμο μου, τα χρώματα θολώνουν το μυαλό μου
Δυο νότες φάλτσες τραγουδώ.
Θυμήθηκα, τα τρένα που έφυγαν και είχα μείνει πίσω
Μέσα στο κρύο, στο σταθμό.
Οι σκέψεις μου, ναυάγια στη μέση του Δεκέμβρη
Που βρήκαν μόνο τους νεκρούς.

Και εγώ εδώ, βιάζω τα όνειρά μου
Σαν σάπια τριαντάφυλλα μυρίζουν
Σαν ρόδα που ποτέ τους δεν ανθίζουν
Που δε θα βρουν την άνοιξη ποτέ.


Μην την ξυπνήσετε ποτέ

Μην την ξυπνήσετε ποτέ
μην τελειώσει το γλυκό το όνειρό της
μη γνωρίσει άλλο τούτη την ζωή
μην δακρύσει το γλυκό το πρόσωπό της.

Τυλιγμένη με καλώδια γυμνά
αν την αγγίξετε θα αγγίξουν το κορμί της
θα την σκοτώσουν στον ύπνο της γλυκά
όταν το ρεύμα τους εισβάλει στην πνοή της.
               
Μοιάζει η αλήθεια να ‘ναι μόνο η σιωπή
και εγώ που κλαίω μόνο δακρύζω
θυμίζει κάτι απ' τα παλιά
να βλέπω απλώς χωρίς να αγγίζω.

Και εγώ θα μείνω εδώ μπροστά της μια ζωή
τα δυο της μάτια να μην ανοίξει
δεν θα πει τι όνειρο είχε δει
δεν θα προλάβει να μιλήσει.

Μα τώρα όλα μοιάζουνε σαν χθες
Εγώ να μένω εκεί και να την βλέπω
Να θέλω μόνο να την πάρω αγκαλιά
Να θέλω μόνο όλα αυτά που δεν θα έχω.
               
Μην την ξυπνήσετε ποτέ
και εγώ θα μείνω εδώ να την προσέχω
με την κιθάρα μου θα παίζω απαλά
θα τραγουδώ για αυτό που θέλω μα δεν έχω.


Τα σκυλιά της κολάσεως

Δυο λεπτά και η ανάσταση λαμπαδιάζει στο βλέμμα σου
Δυο λεπτά από την ώρα μου, μην μ’ αφήσεις εδώ
Μάνα σκύλα σε γέννησε και φονιάς ο πατέρας σου
Αδερφέ μου μονάκριβε, σ’ αγαπώ.

Τα σκυλιά την κολάσεως ζωντανεύουν μπρος στα μάτια μου
Οι φωτιές της σιωπής με κοιτούν να πονώ.
Οι δυο πληγές μου στα γόνατα μαρτυρούν την κατάντια μου
Και θυμάμαι να λες δεν τελειώνει εδώ.

Δυο φωνές και δυο όνειρα απ΄ το χάραμα ως την νύχτα μου
Βασιλιάδες και μάγισσες στα χαρτιά μου κρατώ
Μαύρο και άσπρο στερέωμα και ο ήλιος που μάδησε
Τις στερνές τις ελπίδες μου και το άδειο μυαλό.

Και οι λέξεις που άφησα να θυμίζουν το πέρας μου
Μοιάζουν  ξένες στο βλέμμα μου ξαφνικά
Καθώς παίζουν τα μάτια μου και δακρύζει ο πατέρας μου
Δεν μπορώ να τον πάρω αγκαλιά.

Τα σκυλιά την κολάσεως ζωντανεύουν μπρος στα μάτια μου
Μην μ’ αφήσετε μόνο μου να καώ.
Ότι είχα και ότι έφτιαξα, δυο σταγόνες στη θάλασσα
Δυο λεπτά απ’ το ρολόι μου πριν χαθώ.



Δεν θα την δεις ποτέ ξανά (Κόλαση)
  
Θυμάμαι μπρος να στέκει μια σκιά
Που τάιζαν γιορτή τα σωθικά της
Είχε δυο μάτια, δυο χείλη, μια καρδιά
Μα και ένα πόνο να τη ξυπνά απ’ τα όνειρά της.

Θυμάμαι είχε ξαπλώσει μια γιορτή
Και ακόμα κείτονταν και στα γενέθλια της
Και όπου την άγγιζαν ήτανε ζεστή
Φωτιά θυμάμαι να ‘ναι και η ματιά της.

Θυμάμαι να κοιτάω ένα κερί
Που το φυσά ο άνεμος και λιώνει
Όσα μου παίρνεις και δεν έχω πια μαζί
Είναι σαν θάνατος που ποτέ του δεν τελειώνει.

Και στέκομαι μπροστά της σαν παιδί
Με τόση ασχήμια που ούτε η κόλαση αντέχει
Τι να σου πω που δεν μου έχεις πει κι εσύ
Τι να σου πω που στην ψυχή μου όλο βρέχει.

Κόλαση, εσύ θα κλαις μπροστά στο τάφο των παιδιών σου
Που θα ’ναι μέσα ζωντανά.
Κόλαση, κι ας μην αγάπησες ποτέ την ομορφιά της
Δε θα την δεις ποτέ ξανά.


Η νεράιδα της απελπισίας

Όταν σηκώσω τα μάτια μου
Ακούω φωνές να χαράζουνε
Το δρόμο που ήθελα να κάνω πως ξέχασα.

Ακούω παιδιά να φωνάζουνε
Κάνουν παιχνίδια τα μάτια μου
Και λέω κουβέντες που υπήρξαν μα έχασα.

Ακούω στιγμές να τελειώνουνε
Και παραλίες να αδειάζουνε
Και κρύβω αλήθειες πικρές που μου έμαθα.

Και εσύ μόνη σου μάτια μου
Με τον κόσμο να παίζεις
Σαν μονάχο παιδί που δεν έχει αδέρφια.

Της μελαγχολίας παιδί
Της απελπισίας νεράιδα
Που ποτέ δεν μεγάλωσε και δεν είχε κέφια.

Βλέπεις στιγμές να τελειώνουνε
Και παραλίες να αδειάζουνε
Και βλέπεις αλήθειες πικρές στα δυο σου τα χέρια.

Δεν ήρθε καρδιά μου το τέλος μας
Και ας μην βλέπω το τέλμα
Να προσέχεις τα γλυκά τα μάτια σου
Γιατί δεν ξέρω που με βγάζει το ρεύμα.


Ξέρω ένα Θεό

Ξέρω ένα θεό που έχασε τον δρόμο του
και την ψυχή μου ξέχασε στο σκοτάδι
δεν ξέρω αν σπατάλησε τον χρόνο του
μα τον δικό μου σταμάτησε ένα βράδυ.

               
Ξέρω ένα θεό που έχασε τον δρόμο του
και την ψυχή μου έστειλε στον Άδη
και από λάθος τρομερό ξανασυνάντησα
τα δυο σου μάτια που την ψυχή μου είχαν πάρει.

Ξέρω ένα θεό που έχασε τον γιο του
και δεν τον δέχτηκε πίσω να γυρίσει
μα εγώ που σε είδα ποτέ δεν το μετάνιωσα
οι πόρτες του Άδη έχουν ήδη κλείσει.
               
Εσύ, πες μου πως ήσουνα εσύ, ένα βράδυ στην βροχή
που είχες μαζί τα πράγματά σου.
Και εγώ, δες πως κατέληξα εδώ αφού δεν άφησα λεπτό
τα μάτια σου και τα όνειρά σου.


Όσα και να ήταν
   
Ξημέρωμα στην πόρτα σου και κάνει τόσο κρύο
μελάνιασαν τα χέρια μου για να σου πω αντίο
μετάνιωσα τα ψέματα και όσες αλήθειες βγήκαν
πως όνειρα είχα και έχασα, όσα και να ήταν.

               
Μέτρησα στην πόρτα σου το ανάθεμα και άναψα τσιγάρο
τα αστέρια που σου χάρισα, δεν θέλω να τα πάρω
μέτρησα τις συννεφιές και όσες βροχές βρήκαν
όλες τις μαχαιριές, όσες και να ήταν.
               
Ξημέρωμα στην πόρτα σου ακόμα περιμένω
μ' έχει τσακίσει η βροχή μα εγώ θα επιμένω
όσοι περνάνε με ρωτούν αν περιμένω εσένα
μου λένε πως εχθές αργά έφυγες για τα ξένα.
  
Ξημέρωμα στην πόρτα σου και δεν το πιστεύω
πως όλα εδώ τελειώσανε το χάσαμε το τραίνο
με κλάματα και ουρλιαχτά οι φίλοι εδώ με βρήκαν
και μ' όσα όνειρα έχασα, όσα και να ήταν.


Άνεμε

Είναι τα μάτια μου υγρά, τα ρούχα μου σκισμένα
Όποιος αγκάλιασε καημούς δεν ξέφυγε από μένα
Είναι τα φώτα δυνατά, τα μάτια μου δακρύζουν
Δεν ήταν πάντα δυνατό ότι βλέπουν να αγγίζουν.

Σ’ αυτή τη γειτονιά περνώ μετά από χρόνια
Σαν το Δεκέμβρη εμφανίζομαι και φέρνω πάλι χιόνια
Σ’ αυτή τη γειτονιά ο αέρας με πνίγει
Θέλω αντίο να της πω κι ας έχει ώρα φύγει.

Το σπίτι σου είναι φωτεινό, δεν μοιάζει να λυπάται
Και κάπου εδώ η πριγκηπέσα μου που σίγουρα κοιμάται
Οι πόρτες όλες ανοιχτές κι ας ήρθανε τα χιόνια
Έπεσε η βασίλισσα και έμειναν μόνο πιόνια.

Άνεμε, δεν έχει μείνει στάλα αίμα στη καρδιά μου
Άνεμε, χώμα μυρίζει η αυγή
Χώμα μυρίζει η ψυχή και τα όνειρά μου.

Άνεμε, δεν έχει μείνει στάλα αίμα στη καρδιά μου
Άνεμε, χώμα μυρίζει η αυγή
Χώμα μυρίζει η ψυχή και τα όνειρά μου.


Λεπτοδείκτες

Εδώ μαθαίνω ν’ αγαπάω
Και ας  φεύγουν τα χρόνια σαν άδεια βαγόνια
Που δεν θα βρουν το σταθμό.

Στολίζει η νύχτα τη γιορτή σου
Και πέφτουν τα χιόνια στα άδεια μπαλκόνια
Στα άδεια σου ‘σ’ αγαπώ’.

Περνούν τα χρόνια καρδιά μου
Και σβήνουν τα φώτα, κλειδώνει κι η πόρτα
Και πώς να βγω να σε βρω.

Περνούν αργά και οι χειμώνες
Και μοιάζει η λύπη σαν ψόφιο ξενύχτι
Που δεν λέει να βρει την αυγή.

Περνούν οι ώρες ζητώντας ένα μόνο,
Να στάζουν οι νύχτες σε δυο λεπτοδείκτες
Που απόψε θα χάσουν το χρόνο.